17 Ιανουαρίου 202420 Αυγούστου 2026 Αρρυθμίες και κολπική μαρμαρυγή στο Σύνδρομο Kleefstra Μια σημαντική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Europace έφερε στο προσκήνιο μια πλευρά του Συνδρόμου Kleefstra που μέχρι σήμερα δεν είχε μελετηθεί συστηματικά. Την πιθανότητα εμφάνισης αρρυθμιών, ακόμη και σε νεαρά άτομα που δεν έχουν γνωστή δομική καρδιοπάθεια. Η μελέτη με τίτλο Arrhythmias including atrial fibrillation and congenital heart disease in Kleefstra syndrome: a possible epigenetic link ανέλυσε δεδομένα από τις δύο μεγαλύτερες διαθέσιμες βάσεις ατόμων με Σύνδρομο Kleefstra, το μητρώο του Radboud University Medical Center στην Ολλανδία και το διεθνές μητρώο GenIDA. Συνολικά εξετάστηκαν δεδομένα από 213 άτομα, 50 από το Radboudumc και 163 από το GenIDA. Τι γνωρίζαμε μέχρι σήμερα Οι συγγενείς καρδιακές ανωμαλίες είναι γνωστό ότι μπορεί να αποτελούν μέρος του φαινοτύπου του Συνδρόμου Kleefstra. Έχουν περιγραφεί μεταξύ άλλων μεσοκολπικές και μεσοκοιλιακές επικοινωνίες, στένωση της πνευμονικής βαλβίδας, δίπτυχη αορτική βαλβίδα, στένωση της αορτής και άλλες δομικές ανωμαλίες. Για τον λόγο αυτό συστήνεται ήδη ένας αρχικός καρδιολογικός έλεγχος μετά τη διάγνωση. Ωστόσο, μέχρι πρόσφατα υπήρχαν πολύ λιγότερα δεδομένα σχετικά με τις διαταραχές του καρδιακού ρυθμού και ιδιαίτερα για το αν μπορεί να εμφανίζονται αρρυθμίες ανεξάρτητα από την παρουσία συγγενούς καρδιοπάθειας. Η νέα μελέτη δείχνει ότι ίσως χρειάζεται να δώσουμε μεγαλύτερη προσοχή και σε αυτή την πλευρά της καρδιακής παρακολούθησης. Τι έδειξαν τα δύο μεγάλα μητρώα Και στις δύο ομάδες περίπου 4 στα 10 άτομα παρουσίαζαν κάποια καρδιαγγειακή ανωμαλία, με τις συγγενείς δομικές καρδιοπάθειες να αποτελούν την πλειονότητα των ευρημάτων. Στο μητρώο του Radboudumc, 20 από τα 50 άτομα είχαν κάποια καρδιαγγειακή ανωμαλία. Καταγράφηκαν μεταξύ άλλων μεσοκολπικές και μεσοκοιλιακές επικοινωνίες, τετραλογία Fallot και στένωση της πνευμονικής βαλβίδας. Αντίστοιχα, στο GenIDA, 65 από τα 163 άτομα είχαν αναφερθεί με κάποια καρδιαγγειακή ανωμαλία. Μεταξύ των ευρημάτων περιλαμβάνονταν δομικές καρδιοπάθειες, παθήσεις των βαλβίδων, αγγειακές ανωμαλίες και, σε μικρό αριθμό περιπτώσεων, μυοκαρδιοπάθεια. Το στοιχείο όμως που κάνει τη συγκεκριμένη έρευνα ιδιαίτερα σημαντική αφορά τις αρρυθμίες. Αρρυθμίες σε πολύ νεαρή ηλικία Οι ερευνητές εντόπισαν περιπτώσεις κολπικών ταχυαρρυθμιών σε έξι νεαρά άτομα με Σύνδρομο Kleefstra, αριθμός που αντιστοιχεί περίπου στο 3% σε σχέση με τους 213 συμμετέχοντες των δύο μητρώων που χρησιμοποιήθηκαν ως πληθυσμός αναφοράς στη μελέτη. Μεταξύ των αρρυθμιών που καταγράφηκαν ήταν η κολπική μαρμαρυγή, η κολπική ταχυκαρδία και άλλες υπερκοιλιακές ταχυκαρδίες. Ακόμη πιο αξιοσημείωτο είναι ότι τουλάχιστον τέσσερις από τις περιπτώσεις με κολπική μαρμαρυγή ή κολπική ταχυκαρδία δεν είχαν δομική καρδιοπάθεια. Οι ηλικίες στις οποίες εντοπίστηκαν ορισμένες από αυτές τις αρρυθμίες ήταν ασυνήθιστα μικρές. Ένας ασθενής διαγνώστηκε με κολπική μαρμαρυγή στα 23 έτη, ένας δεύτερος στα 25, ενώ ένα ακόμη άτομο εμφάνισε επίμονη κολπική ταχυκαρδία στην ηλικία των 17 ετών. Και στις τρεις αυτές περιπτώσεις δεν υπήρχε εμφανής δομική καρδιοπάθεια. Σε μία περίπτωση η κολπική μαρμαρυγή είχε τόσο σημαντική επιβάρυνση ώστε συνδέθηκε με προσωρινή μείωση της λειτουργίας της αριστερής κοιλίας και τελικά αντιμετωπίστηκε με κατάλυση της αρρυθμίας. Εικόνα 1. Καταγραφή περιπατητικής παρακολούθησης καρδιακού ρυθμού σε άτομο με Σύνδρομο Kleefstra, στην οποία καταγράφηκε επεισόδιο κολπικής μαρμαρυγής. Πηγή: Vasireddi et al., Europace, 2024. Γιατί είναι σημαντική η απουσία δομικής καρδιοπάθειας Η κολπική μαρμαρυγή είναι πολύ συχνότερη στις μεγαλύτερες ηλικίες και μπορεί να σχετίζεται με υπέρταση, καρδιακή νόσο και άλλους παράγοντες κινδύνου. Η εμφάνισή της λοιπόν σε άτομα με Σύνδρομο Kleefstra ήδη από την εφηβεία ή τη νεαρή ενήλικη ζωή και μάλιστα χωρίς εμφανή δομική καρδιοπάθεια δημιούργησε ένα νέο ερευνητικό ερώτημα. Μήπως η ανεπάρκεια του EHMT1 επηρεάζει όχι μόνο τη νευροανάπτυξη αλλά και μηχανισμούς που σχετίζονται με την ηλεκτρική λειτουργία της καρδιάς; Οι συγγραφείς θεωρούν ότι αυτό είναι πιθανό, χωρίς όμως να έχει ακόμη αποδειχθεί. Η πιθανή σύνδεση με το EHMT1 Το EHMT1 έχει κεντρικό ρόλο στην επιγενετική ρύθμιση πολλών άλλων γονιδίων. Μεταξύ αυτών βρίσκονται γονίδια που συμμετέχουν στην ανάπτυξη και την ωρίμανση των καρδιακών κυττάρων. Οι ερευνητές προτείνουν ως υπόθεση ότι η μειωμένη λειτουργία του EHMT1 θα μπορούσε, άμεσα ή έμμεσα, να επηρεάζει τους διαύλους ιόντων, τις ηλεκτρικές συνδέσεις μεταξύ των καρδιακών κυττάρων, τον μεταβολισμό των καρδιομυοκυττάρων ή άλλους μηχανισμούς που συμμετέχουν στη δημιουργία αρρυθμιών. Προς το παρόν πρόκειται για βιολογικά εύλογη υπόθεση και όχι για αποδεδειγμένο μηχανισμό. Θα χρειαστούν ειδικές εργαστηριακές και κλινικές μελέτες για να διαπιστωθεί αν υπάρχει πράγματι μια ιδιαίτερη ηλεκτροφυσιολογική ευπάθεια στο Σύνδρομο Kleefstra. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό για την παρακολούθηση Ένα από τα σημαντικότερα μηνύματα της δημοσίευσης αφορά την καρδιολογική παρακολούθηση. Ένα φυσιολογικό υπερηχογράφημα καρδιάς δεν αποκλείει την πιθανότητα μιας διαταραχής του καρδιακού ρυθμού. Επιπλέον, ένα απλό ηλεκτροκαρδιογράφημα καταγράφει μόνο λίγα δευτερόλεπτα και επομένως μπορεί να μην εντοπίσει μια αρρυθμία που εμφανίζεται περιστασιακά. Οι συγγραφείς της μελέτης θεωρούν ότι τα άτομα με Σύνδρομο Kleefstra ενδέχεται να ωφελούνται από επαναλαμβανόμενο έλεγχο του καρδιακού ρυθμού με ηλεκτροκαρδιογράφημα και, όπου κρίνεται κατάλληλο, με περιπατητική καταγραφή όπως Holter. Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο Kleefstra, καθώς ορισμένα άτομα μπορεί να μην μπορούν να περιγράψουν εύκολα συμπτώματα όπως αίσθημα παλμών, ζάλη, κόπωση ή δυσφορία. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι αυτή η δυσκολία επικοινωνίας μπορεί να αποτελεί ένα πρόσθετο εμπόδιο στην έγκαιρη αναγνώριση μιας αρρυθμίας. Η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι όλα τα άτομα με Σύνδρομο Kleefstra θα εμφανίσουν αρρυθμία και δεν καθορίζει ακόμη συγκεκριμένο πρόγραμμα καρδιολογικού ελέγχου. Αναδεικνύει όμως ένα πιθανό κλινικό χαρακτηριστικό που μέχρι σήμερα μπορεί να ήταν υποαναγνωρισμένο και υποστηρίζει την ανάγκη για μεγαλύτερη προσοχή στην παρακολούθηση του καρδιακού ρυθμού. Οι περιορισμοί της μελέτης Τα αποτελέσματα χρειάζονται προσεκτική ερμηνεία. Το Σύνδρομο Kleefstra είναι σπάνιο και ο αριθμός των ατόμων που μπορούν να μελετηθούν παραμένει μικρός. Επιπλέον, τα δεδομένα του Radboudumc προέρχονταν από ιατρικούς φακέλους, ενώ μεγάλο μέρος των δεδομένων του GenIDA βασιζόταν σε αναφορές των ίδιων των οικογενειών και δεν είχε επιβεβαιωθεί σε όλες τις περιπτώσεις μέσα από ιατρικά αρχεία. Παράλληλα, οι συμμετέχοντες δεν υποβάλλονταν συστηματικά σε επαναλαμβανόμενο ΗΚΓ ή Holter. Αυτό σημαίνει ότι είναι πιθανό κάποιες παροδικές ή ασυμπτωματικές αρρυθμίες να μην είχαν ποτέ εντοπιστεί. Επομένως, το ποσοστό του 3% δεν πρέπει να θεωρηθεί οριστική εκτίμηση της πραγματικής συχνότητας των κολπικών αρρυθμιών στο Σύνδρομο Kleefstra. Γιατί αυτή η μελέτη έχει ιδιαίτερη σημασία Η συγκεκριμένη εργασία διευρύνει την εικόνα που έχουμε για την καρδιακή συμμετοχή στο Σύνδρομο Kleefstra. Μέχρι σήμερα η προσοχή επικεντρωνόταν κυρίως στις συγγενείς δομικές καρδιοπάθειες. Τα νέα δεδομένα υποδεικνύουν ότι ίσως υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση, αυτή της ηλεκτρικής λειτουργίας της καρδιάς και των αρρυθμιών. Το πιο ενδιαφέρον εύρημα δεν είναι απλώς ότι καταγράφηκαν αρρυθμίες. Είναι ότι ορισμένες από αυτές εμφανίστηκαν σε εφήβους και νεαρούς ενήλικες, χωρίς γνωστή δομική καρδιοπάθεια. Αυτό δεν αρκεί ακόμη για να αποδείξει ότι το EHMT1 προκαλεί αρρυθμίες. Αποτελεί όμως ένα σημαντικό εύρημα που δικαιολογεί μεγαλύτερες, προοπτικές μελέτες και πιο συστηματική διερεύνηση της καρδιακής ηλεκτροφυσιολογίας στο Σύνδρομο Kleefstra. Πηγή Vasireddi SK, Zdolšek Draksler T, Bouman A, Kummeling J, Wheeler M, Reuter C, et al. Arrhythmias including atrial fibrillation and congenital heart disease in Kleefstra syndrome: a possible epigenetic link. Europace. 2024;26(1):euae003. DOI 10.1093/europace/euae003 Έρευνα EHMT1EuropaceHolterΑρρυθμίεςΈρευναΗλεκτροκαρδιογράφημαΚαρδιάΚαρδιολογικός έλεγχοςΚολπική μαρμαρυγήσύνδρομο Kleefstra