22 Απριλίου 202618 Αυγούστου 2026 Η πρώτη μοριακά επιβεβαιωμένη διάγνωση συνδρόμου Kleefstra στη Ρουάντα Ένα παιδί 15 μηνών με αναπτυξιακή καθυστέρηση και υποτονία γίνεται το πρώτο άτομο στη Ρουάντα στο οποίο το σύνδρομο Kleefstra επιβεβαιώνεται μοριακά. Από μόνο του, ένα μεμονωμένο περιστατικό δεν αλλάζει όσα γνωρίζουμε για τη φυσική ιστορία ή τη θεραπεία του συνδρόμου. Η σημασία αυτής της δημοσίευσης βρίσκεται αλλού, καθώς αναδεικνύει το χάσμα που εξακολουθεί να υπάρχει στην πρόσβαση στη γενετική διάγνωση και υπενθυμίζει ότι η γεωγραφική κατανομή των καταγεγραμμένων περιστατικών μιας σπάνιας πάθησης δεν είναι απαραίτητα η πραγματική γεωγραφική κατανομή της. Η εργασία με τίτλο The First Case of Kleefstra Syndrome in a Rwandan Patient with Global Developmental Delay δημοσιεύθηκε στις 7 Απριλίου 2026 στο επιστημονικό περιοδικό Genes. Πρόκειται για συνεργασία ερευνητών και κλινικών από το University of Rwanda, το University Teaching Hospital of Kigali και το University of Liège στο Βέλγιο. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, πρόκειται για την πρώτη μοριακά επιβεβαιωμένη περίπτωση συνδρόμου Kleefstra στη Ρουάντα και, σύμφωνα με την ανασκόπησή τους, δεν είχε προηγουμένως δημοσιευθεί αντίστοιχη επιβεβαιωμένη περίπτωση από την Ανατολική Αφρική. Από την αναπτυξιακή καθυστέρηση στη γενετική διάγνωση Το παιδί παραπέμφθηκε σε γενετικό ιατρείο του University Teaching Hospital of Kigali σε ηλικία 15 μηνών λόγω γενικευμένης αναπτυξιακής καθυστέρησης και ιδιαίτερων μορφολογικών χαρακτηριστικών. Ήταν το τρίτο παιδί υγιών, μη συγγενών γονέων και δεν υπήρχε γνωστό οικογενειακό ιστορικό νοητικής αναπηρίας ή συγγενών ανωμαλιών. Ήδη από τη νεογνική περίοδο είχε εμφανιστεί υποτονία, ένα από τα συχνά πρώιμα χαρακτηριστικά του συνδρόμου Kleefstra. Στους 15 μήνες παρουσίαζε έντονο χαμηλό ανάστημα, ενώ το βάρος και η περίμετρος κεφαλής βρίσκονταν μέσα στις αντίστοιχες καμπύλες ανάπτυξης. Ο καρδιολογικός έλεγχος με υπερηχογράφημα καρδιάς ήταν φυσιολογικός. Κατά την κλινική εξέταση καταγράφηκαν χαρακτηριστικά που μπορούν να παρατηρηθούν στο Kleefstra, όπως ευρύ μέτωπο, μεγάλη απόσταση μεταξύ των οφθαλμών, χαμηλή ρινική γέφυρα, ρουθούνια με κλίση προς τα εμπρός, υποπλασία του μέσου προσώπου και χαρακτηριστική διαμόρφωση του άνω και κάτω χείλους. Καταγράφηκαν επίσης μικρά δόντια και αμφοτερόπλευρη κλινοδακτυλία του πέμπτου δακτύλου των ποδιών. Η αναπτυξιακή δυσκολία παρέμεινε εμφανής και στην επανεκτίμηση στους 24 μήνες. Το παιδί είχε καταφέρει να μπουσουλά με τη βοήθεια φυσιοθεραπείας, αλλά δεν είχε ακόμη αποκτήσει ανεξάρτητη βάδιση ή εκφραστικό λόγο. Το χαμηλό ανάστημα εξακολουθούσε να είναι έντονο. Τα χαρακτηριστικά αυτά μπορούσαν να δημιουργήσουν την υποψία γενετικής νευροαναπτυξιακής διαταραχής. Δεν μπορούσαν όμως από μόνα τους να αποδείξουν ότι επρόκειτο για σύνδρομο Kleefstra. Και εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα σημεία της συγκεκριμένης ιστορίας. Εικόνα 1. (Α) Μετωπιαία όψη του προσώπου, στην οποία διακρίνονται ευρύ μέτωπο, αυξημένη απόσταση μεταξύ των οφθαλμών (υπερτελορισμός), χαμηλή ρινική γέφυρα, πρόσθια στραμμένα ρουθούνια, χαρακτηριστική διαμόρφωση του άνω και κάτω χείλους και υποπλασία του μέσου τριτημορίου του προσώπου. (Β) Πλάγια όψη, όπου είναι εμφανής η υποπλασία του μέσου προσώπου και η συνολική μορφολογία που περιγράφεται ως συμβατή με το σύνδρομο Kleefstra.Πηγή: Dukuze N, Hitayezu J, Uyisenga JP, et al. The First Case of Kleefstra Syndrome in a Rwandan Patient with Global Developmental Delay. Genes. 2026;17(4):429. Τι αποκάλυψε η αλληλούχιση εξώματος Για τη διερεύνηση πραγματοποιήθηκε trio whole-exome sequencing, δηλαδή αλληλούχιση του εξώματος του παιδιού παράλληλα με εκείνη και των δύο γονέων. Η ανάλυση εντόπισε μια ετερόζυγη παραλλαγή στο γονίδιο EHMT1: NM_024757.5: c.2871dup; p.(Phe958Leufs*219). Η συγκεκριμένη αλλαγή προσθέτει ένα επιπλέον νουκλεοτίδιο στην αλληλουχία και μετατοπίζει το πλαίσιο ανάγνωσης του γονιδίου, πρόκειται δηλαδή για frameshift variant. Η μετατόπιση οδηγεί στη δημιουργία πρόωρου σήματος τερματισμού και, κατά συνέπεια, σε απώλεια της φυσιολογικής λειτουργίας του ενός αντιγράφου του EHMT1. Αυτός ακριβώς ο μηχανισμός, η ανεπαρκής ποσότητα λειτουργικού EHMT1, αποτελεί τον γνωστό μοριακό μηχανισμό του συνδρόμου Kleefstra τύπου 1. Η παραλλαγή δεν ανιχνεύθηκε σε βάσεις δεδομένων γενικού πληθυσμού και, επειδή εξετάστηκαν ταυτόχρονα και οι δύο γονείς, οι ερευνητές μπόρεσαν να επιβεβαιώσουν ότι ήταν de novo, δηλαδή είχε εμφανιστεί για πρώτη φορά στο παιδί και δεν είχε κληρονομηθεί από κάποιον από τους γονείς. Με βάση τα κριτήρια ACMG που εφάρμοσε η ερευνητική ομάδα, ταξινομήθηκε ως παθογόνος, επιβεβαιώνοντας μοριακά τη διάγνωση του συνδρόμου Kleefstra. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή το Kleefstra δεν προκαλείται μόνο από μεγάλες διαγραφές στην περιοχή 9q34.3. Περίπου οι μισές μοριακές διαγνώσεις αφορούν ενδογονιδιακές παθογόνες παραλλαγές του EHMT1, οι οποίες απαιτούν κατάλληλες μοριακές μεθόδους για να ανιχνευθούν. Ένας απλός καρυότυπος, για παράδειγμα, δεν μπορεί να αναγνωρίσει τις περισσότερες τέτοιες μεταβολές. Γιατί ένα μόνο περιστατικό έχει ενδιαφέρον Ένα case report δεν μπορεί να μας πει πόσο συχνό είναι το σύνδρομο Kleefstra στη Ρουάντα ή γενικότερα στην Αφρική. Δεν μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για να υποστηρίξει ότι τα παιδιά αφρικανικής καταγωγής έχουν διαφορετική κλινική εικόνα. Το γεγονός ότι αυτή είναι η πρώτη δημοσιευμένη μοριακά επιβεβαιωμένη περίπτωση στη Ρουάντα δεν σημαίνει ότι είναι και το πρώτο άτομο με Kleefstra που γεννήθηκε ή ζει στη χώρα. Πολύ πιθανότερα αντανακλά το πόσο δύσκολη είναι η πρόσβαση σε εξειδικευμένο γενετικό έλεγχο για πολλές οικογένειες. Οι ίδιοι οι συγγραφείς σημειώνουν ότι οι μοριακά επιβεβαιωμένες περιπτώσεις Kleefstra που έχουν δημοσιευθεί από την Αφρική είναι εξαιρετικά λίγες. Πριν από αυτή την εργασία αναφέρονταν περιπτώσεις ή δεδομένα από τη Νότια Αφρική, την Αίγυπτο και το Μαρόκο, ενώ δεν είχε αναφερθεί επιβεβαιωμένο περιστατικό από τη Ρουάντα. Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί απόδειξη ότι το σύνδρομο είναι σπανιότερο στην Αφρική. Είναι περισσότερο μια ένδειξη ότι όπου δεν υπάρχει πρόσβαση στη γενετική διάγνωση, οι σπάνιες γενετικές παθήσεις παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αόρατες. Το πρόβλημα της πρόσβασης στη γενετική διάγνωση Η ίδια η εργασία δίνει ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό στοιχείο. Οι συγγραφείς αναφέρουν ότι στη Ρουάντα υπήρχαν μόλις τρεις γενετιστές για έναν πληθυσμό περίπου 14 εκατομμυρίων ανθρώπων, ενώ σημαντικό μέρος της διαθέσιμης γενετικής διάγνωσης βασιζόταν σε συμβατικές κυτταρογενετικές τεχνικές όπως ο καρυότυπος. Για το σύνδρομο Kleefstra αυτό αποτελεί πραγματικό διαγνωστικό περιορισμό. Ο καρυότυπος μπορεί να εντοπίσει μεγάλες χρωμοσωμικές μεταβολές, αλλά δεν είναι κατάλληλος για την ανίχνευση μιας μικρής παθογόνου παραλλαγής όπως η c.2871dup που βρέθηκε στο συγκεκριμένο παιδί. Ακόμη και ορισμένες μικρές διαγραφές μπορεί να χρειάζονται πιο ευαίσθητες μεθόδους. Για τη διάγνωση του Kleefstra χρησιμοποιούνται σήμερα τεχνικές όπως chromosomal microarray, αλληλούχιση του EHMT1, gene panels ή ευρύτερες προσεγγίσεις αλληλούχισης όπως το exome sequencing, ανάλογα με την κλινική περίπτωση. Χωρίς πρόσβαση σε τέτοιες εξετάσεις, ένα παιδί μπορεί να λάβει τη γενική διάγνωση «αναπτυξιακή καθυστέρηση» ή «νοητική αναπηρία», χωρίς ποτέ να προσδιοριστεί η υποκείμενη γενετική αιτία. Και η διαφορά δεν είναι μόνο ονομαστική. Η σωστή γενετική διάγνωση μπορεί να κατευθύνει την κλινική παρακολούθηση, να βοηθήσει την οικογένεια να κατανοήσει καλύτερα την κατάσταση του παιδιού, να επιτρέψει γενετική συμβουλευτική και να ανοίξει τον δρόμο για σύνδεση με εξειδικευμένα κέντρα, οργανώσεις ασθενών, registries και ερευνητικές μελέτες. Τι μας λέει το περιστατικό για το ίδιο το Kleefstra Το κλινικό προφίλ του παιδιού ήταν σε μεγάλο βαθμό συμβατό με την ήδη γνωστή εικόνα του συνδρόμου που περιλαμβάνει υποτονία από τη βρεφική ηλικία, σημαντική αναπτυξιακή καθυστέρηση, καθυστέρηση κινητικών δεξιοτήτων και λόγου και χαρακτηριστικά του προσώπου. Αυτά ανήκουν στα καλά τεκμηριωμένα χαρακτηριστικά του KLEFS1. Οι συγγραφείς δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στο χαμηλό ανάστημα, στην αμφοτερόπλευρη κλινοδακτυλία του πέμπτου δακτύλου των ποδιών και στο γεγονός ότι το παιδί δεν παρουσίαζε παχυσαρκία. Τα στοιχεία αυτά έχουν ενδιαφέρον ως μέρος της κλινικής καταγραφής, αλλά χρειάζονται προσοχή στην ερμηνεία τους. Ένα μεμονωμένο παιδί ηλικίας δύο ετών δεν μπορεί να καθορίσει εάν ένα χαρακτηριστικό είναι περισσότερο ή λιγότερο συχνό στο Kleefstra. Ειδικά η απουσία παχυσαρκίας σε αυτή την ηλικία δεν πρέπει να θεωρηθεί ασυνήθιστη ή προστατευτική, καθώς η αύξηση του βάρους που περιγράφεται σε μέρος του πληθυσμού με Kleefstra αφορά συχνά μεταγενέστερα στάδια της παιδικής ηλικίας. Επομένως, η συγκεκριμένη περίπτωση προσθέτει μία ακόμη καλά τεκμηριωμένη παρατήρηση στο φάσμα του συνδρόμου, αλλά δεν επαναπροσδιορίζει τον φαινότυπό του. Γιατί έχει σημασία η γεωγραφική ποικιλομορφία στην έρευνα Υπάρχει και ένας δεύτερος λόγος για τον οποίο τέτοιες δημοσιεύσεις έχουν αξία. Η γνώση μας για τις σπάνιες γενετικές παθήσεις δημιουργείται από τους ανθρώπους που κατορθώνουν να φτάσουν σε διάγνωση, σε εξειδικευμένα νοσοκομεία και τελικά σε ερευνητικές ομάδες. Εάν συγκεκριμένες χώρες και πληθυσμοί υποεκπροσωπούνται στη γενετική έρευνα, τότε και η εικόνα που έχουμε για μια πάθηση μπορεί να αντανακλά δυσανάλογα τους πληθυσμούς με καλύτερη πρόσβαση σε γενετικές υπηρεσίες. Στο Kleefstra, όπου ακόμη προσπαθούμε να κατανοήσουμε καλύτερα το εύρος των παθογόνων παραλλαγών του EHMT1, τις σχέσεις γονότυπου–φαινότυπου και τη φυσική ιστορία σε διαφορετικές ηλικίες, η καταγραφή ανθρώπων από περισσότερες γεωγραφικές και πληθυσμιακές ομάδες μπορεί να βελτιώσει τη συνολική εικόνα της νόσου. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που οι συγγραφείς ζητούν περισσότερα δεδομένα από διαφορετικούς πληθυσμούς. Πηγές και σχετική βιβλιογραφία Dukuze N, Hitayezu J, Uyisenga JP, et al. The First Case of Kleefstra Syndrome in a Rwandan Patient with Global Developmental Delay. Genes. 2026;17(4):429. doi:10.3390/genes17040429. https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC13115583/pdf/genes-17-00429.pdf Kleefstra T, de Leeuw N. Kleefstra Syndrome. GeneReviews®. University of Washington, Seattle. Επικαιροποιημένη κλινική αναφορά για τη διάγνωση, τη γενετική και το κλινικό φάσμα του KLEFS1. Έρευνα clinical geneticsde novo variantEHMT1exome sequencinggenetic diagnosisgenomic medicineglobal healthKleefstra syndromemolecular diagnosisneurodevelopmental disordersRare diseasesRwandawhole exome sequencingαναπτυξιακή καθυστέρησηγενετική διάγνωσηΡουάντασπάνια νοσήματασύνδρομο Kleefstraυποτονία