12 Φεβρουαρίου 202612 Αυγούστου 2026 Η πρώτη διεθνής κλινική κατευθυντήρια οδηγία για το σύνδρομο Kleefstra Για τις οικογένειες που ζουν με το σύνδρομο Kleefstra, ένα συχνό πρόβλημα δεν είναι μόνο η πολυπλοκότητα της κατάστασης, αλλά και η απουσία ενός κοινού σχεδίου φροντίδας. Διαφορετικοί γιατροί μπορεί να γνωρίζουν διαφορετικές πλευρές του συνδρόμου, ενώ ορισμένοι επαγγελματίες υγείας μπορεί να το συναντούν για πρώτη φορά. Η πρώτη διεθνής, βασισμένη σε τεκμήρια κλινική κατευθυντήρια οδηγία επιχειρεί να καλύψει αυτό το κενό, προσφέροντας ένα οργανωμένο πλαίσιο για τη διάγνωση, την παρακολούθηση, την αντιμετώπιση επιμέρους προβλημάτων και την υποστήριξη της οικογένειας. Η οδηγία δημοσιεύθηκε διαδικτυακά στις 20 Ιανουαρίου 2026 στο Genetics in Medicine και αφορά το σύνδρομο Kleefstra τύπου 1, δηλαδή τη μορφή που προκαλείται από παθογόνες παραλλαγές στο EHMT1 ή από ελλείψεις χρωμοσωμικού υλικού που περιλαμβάνουν αυτό το γονίδιο. Δεν αποτελεί μελέτη μιας νέας θεραπείας. Είναι έργο ανάπτυξης κλινικών συστάσεων, με σκοπό να μετατρέψει τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα και τη συλλογική εμπειρία ειδικών και οικογενειών σε πρακτικές κατευθύνσεις. Ένα κοινό πλαίσιο με 66 συστάσεις Στην ανάπτυξη της οδηγίας συμμετείχαν 43 κλινικοί ειδικοί και εκπρόσωποι ασθενών από 15 χώρες. Η ομάδα πραγματοποίησε συστηματική αναζήτηση της βιβλιογραφίας και συνδύασε τα ευρήματα με διαδικασίες συναίνεσης ειδικών και ασθενών. Το αποτέλεσμα είναι 66 ειδικά διαμορφωμένες συστάσεις, οι οποίες καλύπτουν τις ανάγκες του ατόμου σε διαφορετικές ηλικίες και σε πολλά συστήματα του οργανισμού. Η ανάγκη για τόσο ευρύ πλαίσιο συνδέεται με τον ρόλο του EHMT1. Το γονίδιο κωδικοποιεί έναν επιγενετικό ρυθμιστή, δηλαδή μια πρωτεΐνη που συμβάλλει στον έλεγχο του τρόπου με τον οποίο χρησιμοποιούνται άλλα γονίδια. Όταν η λειτουργία του EHMT1 είναι ανεπαρκής, μπορεί να επηρεαστούν η νευροανάπτυξη, η επικοινωνία, η συμπεριφορά, ο ύπνος και άλλες λειτουργίες, αλλά και η καρδιά, η ακοή, η όραση, η ανάπτυξη, το γαστρεντερικό και ο μεταβολισμός. Η εικόνα διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο, γι’ αυτό η οδηγία περιγράφει ένα ελάχιστο κοινό επίπεδο οργανωμένης φροντίδας χωρίς να υποθέτει ότι όλοι χρειάζονται τις ίδιες εξετάσεις. Τα θέματα περιλαμβάνουν τη διαγνωστική διερεύνηση και τη γενετική συμβουλευτική, τη νευρολογική παρακολούθηση και την επιληψία, τον ύπνο, την ψυχική υγεία και τη συμπεριφορά. Περιλαμβάνονται επίσης η επικοινωνία, η λογοθεραπεία και η εναλλακτική και επαυξητική επικοινωνία, όπως νοήματα, εικόνες ή συσκευές επικοινωνίας. Αυτά τα μέσα δεν σημαίνουν εγκατάλειψη του προφορικού λόγου· μπορούν να διευρύνουν τις δυνατότητες έκφρασης και συμμετοχής. Παρακολούθηση της ανάπτυξης και της ψυχικής υγείας Ιδιαίτερη σημασία έχει η σύσταση για δομημένη αξιολόγηση της συμπεριφοράς και της ψυχικής υγείας κατά τη διάγνωση και τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο. Η τακτική επανεκτίμηση μπορεί να βοηθήσει την κλινική ομάδα να αναγνωρίζει μεταβολές εγκαίρως, αντί να αποδίδει αυτομάτως κάθε νέο σύμπτωμα στη βασική διάγνωση. Η οδηγία εξετάζει επίσης την απώλεια ήδη κατακτημένων δεξιοτήτων (developmental regression), όπως απώλεια λόγου, αυτοεξυπηρέτησης, κινητικότητας, κοινωνικής συμμετοχής ή άλλων λειτουργιών. Πρόκειται για απώλεια δεξιοτήτων και όχι για γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση. Άλλες ενότητες αφορούν την ακοή και την όραση, την καρδιολογική φροντίδα, την ανάπτυξη, την παχυσαρκία και τα μεταβολικά ζητήματα, καθώς και τα γαστρεντερικά προβλήματα. Η μετάβαση από τις παιδιατρικές στις υπηρεσίες ενηλίκων και η υποστήριξη της οικογένειας αντιμετωπίζονται ως ουσιαστικά μέρη της φροντίδας και όχι ως δευτερεύοντα θέματα. Η προσέγγιση είναι προσανατολισμένη σε όλη τη διάρκεια της ζωής, επειδή οι ανάγκες και οι προτεραιότητες μεταβάλλονται με την ηλικία. Στο κατάλληλο διαγνωστικό πλαίσιο μιας νευροαναπτυξιακής διαταραχής, η οδηγία υποστηρίζει τη χρήση αλληλούχησης γονιδιώματος ή εξώματος ως γενετικής εξέτασης πρώτης γραμμής. Αυτό δεν σημαίνει ότι μία συγκεκριμένη εξέταση είναι κατάλληλη σε κάθε περίπτωση. Η επιλογή και η ερμηνεία της γενετικής εξέτασης παραμένουν κλινικές αποφάσεις που λαμβάνονται με βάση το ιστορικό, την εξέταση και τη γενετική συμβουλευτική. Τι αλλάζει για τις οικογένειες σήμερα Η άμεση αξία της δημοσίευσης είναι ότι οι οικογένειες και οι κλινικοί διαθέτουν πλέον ένα κοινό, διεθνώς ανεπτυγμένο σημείο αναφοράς. Η οδηγία μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη συζήτηση με παιδιάτρους, γενετιστές, νευρολόγους, ψυχιάτρους, καρδιολόγους, θεραπευτές και ομάδες φροντίδας ενηλίκων. Μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη εκεί όπου οι τοπικοί επαγγελματίες δεν έχουν προηγούμενη εμπειρία από το σύνδρομο Kleefstra, επειδή βοηθά να οργανωθούν οι προτεραιότητες και η τακτική παρακολούθηση. Η οδηγία αφορά ειδικά το σχετιζόμενο με το EHMT1 σύνδρομο Kleefstra τύπου 1. Καταστάσεις που έχουν περιγραφεί ιστορικά με άλλες ονομασίες, όπως ορισμένες διαταραχές που σχετίζονται με το KMT2C, είναι γενετικά διακριτές και δεν πρέπει να θεωρούνται αυτομάτως ισοδύναμες. Η διεθνής ομάδα σχεδιάζει επανεξέταση της οδηγίας ανά πενταετία, ώστε οι συστάσεις να μπορούν να προσαρμόζονται καθώς αυξάνονται τα κλινικά δεδομένα. Πηγές International clinical evidence-based guideline for Kleefstra syndrome – Genetics in Medicine Guidelines for Kleefstra Syndrome (2026) – Kleefstra syndrome www.idefine.org Έρευνα clinical careclinical guidelineEHMT1Kleefstra syndromemultidisciplinary caresurveillance